Έξι παρά δέκα το πρωί. Σχεδόν μισοκοιμισμένη, φτάνω στο γήπεδο του Χολαργού. Τα χέρια μου είναι δύο παγάκια που σχεδόν δεν τα νιώθω από το κρύο, τα βήματά μου αργά, καθώς τα πόδια αρνούνται ακόμα να ζεσταθούν. Αλλά η καρδιά μου είναι γεμάτη. Γεμάτη από μια αίσθηση ελευθερίας. Περπατάω μέσα στο σκοτάδι για να αφήσω τα πράγματά μου στον πάγκο. Πατάω το ρολόι και ξεκινάω. Στα πρώτα κιόλας λεπτά, η αίσθηση αλλάζει. «Τι ελευθερία, Θεέ μου», σκέφτομαι. Και τότε, ακούγεται εκείνη η δεύτερη φωνή μέσα στο κεφάλι μου: «Είσαι στα αλήθεια ελεύθερη;»
Η κληρονομιά που τρέχει δίπλα μας
Εκεί, ανάμεσα στις ανάσες και τον παγωμένο αέρα, ξεκινά ο συλλογισμός. Συχνά ακούμε ότι «όλα είναι δυνατά» και ότι «αν το θέλεις πραγματικά, μπορείς να το καταφέρεις». Μεγαλώνοντας, όμως, άρχισα να βλέπω την έλλειψη βάθους σε αυτές τις φράσεις. Γιατί κανείς δεν μας λέει ότι δεν ξεκινάμε όλοι από την ίδια αφετηρία. Γεννιόμαστε σε έναν συγκεκριμένο τόπο, σε ένα οικογενειακό πλαίσιο που μας προσφέρει ή μας στερεί δυνατότητες. Αλλά το πιο βαθύ αποτύπωμα είναι το αόρατο: η κουλτούρα των προγόνων μας που μετατρέπεται σε πεποιθήσεις, και οι πεποιθήσεις που γίνονται οι «αυτόματες» επιλογές της ζωής μας. Αναρωτιέμαι: Πώς μπορούμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας ελεύθερους, όταν οι επιλογές μας βασίζονται σε ένα μοτίβο σκέψης που αγνοούμε; Τους φόβους που κληρονομήσαμε, τις ιστορίες που μας είπαν για το τι είναι «φυσιολογικό», τα όρια που άλλοι έθεσαν για εμάς πριν καν γεννηθούμε.
Η ελευθερία ως διαδικασία επίγνωσης
Για χρόνια έλεγα κι εγώ τα κλισέ: «ακολούθησε την καρδιά σου». Τώρα καταλαβαίνω ότι η πραγματική ελευθερία δεν ξεκινά από το να κυνηγήσουμε τα όνειρά μας, αλλά από το να καταλάβουμε τι είναι αυτό που μας κρατάει πίσω. Όταν αρχίζεις να βλέπεις πού τελειώνει το παρελθόν σου και πού αρχίζει η δική σου επιλογή, συμβαίνει κάτι παράδοξο: δεν νιώθεις λιγότερο ελεύθερος επειδή αναγνώρισες τους περιορισμούς σου. Νιώθεις περισσότερο. Γιατί τότε είναι που αρχίζεις να επεκτείνεις τα όριά σου συνειδητά.
Η συνειδητοποίηση μετά την προπόνηση
Η προπόνηση τελειώνει. Το σώμα έχει πια ζεσταθεί, οι παλμοί ηρεμούν και το φως της ημέρας έχει διώξει το σκοτάδι του γηπέδου. Καθώς μαζεύω τα πράγματά μου από τον πάγκο, νιώθω μια διαφορετική καθαρότητα. Η ελευθερία ίσως τελικά να μην είναι ένα σημείο στο οποίο φτάνουμε, αλλά αυτή ακριβώς η συνεχής προσπάθεια να αναγνωρίζουμε τι μας διαμόρφωσε. Στέκομαι για μια στιγμή πριν φύγω και ξαναθέτω το ερώτημα: «Πόσα από αυτά που θέλω είναι πραγματικά δικά μου;» Τώρα, η απάντηση δεν με τρομάζει. Γιατί ακόμα κι αν κάποια κομμάτια μου ανήκουν σε εκείνους που προηγήθηκαν, η απόφαση να τα κρατήσω ή να τα αφήσω στον πάγκο του γηπέδου, είναι πια αποκλειστικά δική μου. Φεύγω από τον Χολαργό όχι απλώς γυμνασμένη, αλλά πιο «παρούσα». Η ελευθερία ξεκίνησε τη στιγμή που σταμάτησα να τρέχω προς τα όνειρα και άρχισα να κοιτάζω μέσα μου.
Με αγάπη,
Η δική σας Storyteller, Εύα Αντζά



















