Από την πρώτη στιγμή των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον του Ιράν, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν έκρυψαν τον βασικό στρατηγικό τους στόχο: την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Η επιδίωξη δεν περιοριζόταν μόνο στην αποδυνάμωση του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, αλλά επεκτεινόταν σε μια συνολική αλλαγή εξουσίας που θα έθετε τέλος στην κυριαρχία των μουλάδων.
Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις πέτυχαν σημαντικά πλήγματα σε τακτικό επίπεδο. Στόχοι υψηλής αξίας εξουδετερώθηκαν, η ηγετική ομάδα γύρω από τον ανώτατο ηγέτη αποδυναμώθηκε και νευραλγικά κέντρα διοίκησης και λήψης αποφάσεων δέχθηκαν επανειλημμένα χτυπήματα. Ωστόσο, παρά τη σοβαρή φθορά που υπέστη το καθεστώς, η κατάρρευση του πολιτικού και θρησκευτικού συστήματος του Ιράν δεν έχει ακόμη επέλθει.
Παράλληλα, δεν φαίνεται να έχει επιτευχθεί ούτε ο δευτερογενής στόχος της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ: η αναζωπύρωση εσωτερικών αντιδράσεων στο Ιράν που θα οδηγούσαν σε ταχεία αλλαγή εξουσίας. Η ελπίδα ότι μια εσωτερική εξέγερση θα λειτουργούσε ως καταλύτης για την πτώση του καθεστώτος δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι το Ιράν δεν είναι μια χώρα όπου η απομάκρυνση της ηγεσίας οδηγεί αυτόματα σε κατάρρευση του συστήματος. Σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις διεθνώς, το ιρανικό καθεστώς έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτικό. Εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες έχει επιβιώσει από πολέμους, αυστηρές οικονομικές κυρώσεις και επαναλαμβανόμενες εσωτερικές εξεγέρσεις. Η ανθεκτικότητά του οφείλεται σε ένα πλέγμα στρατιωτικών, θρησκευτικών και πολιτικών θεσμών που έχουν σχεδιαστεί ώστε να επιβιώνουν ακόμη και όταν πλήττεται η κορυφή της εξουσίας.
Καθώς ο χρόνος περνά, γίνεται ολοένα πιο εμφανές ότι η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ έχουν αναλάβει ένα σημαντικό στρατηγικό ρίσκο. Εμπλέκονται σε μια σύγκρουση χωρίς σαφές τέλος, σε έναν πόλεμο όπου οι επιτυχίες στο τακτικό πεδίο δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε στρατηγική επικράτηση.
Ταυτόχρονα, οι διεθνείς αγορές πιέζουν για μια γρήγορη αποκλιμάκωση. Στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών ενισχύονται οι φωνές που υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ θα πρέπει να δώσει σύντομα ένα τέλος στον πόλεμο. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δείξει πολλές φορές ότι διαθέτει την πολιτική ευελιξία να παρουσιάζει μια κατάσταση ως επιτυχία ακόμη και όταν η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Δεν θα ήταν, επομένως, παράλογο να επιλέξει να κηρύξει τη «νίκη» κατά του Ιράν, προβάλλοντας ως βασικά επιχειρήματα την αποδυνάμωση του καθεστώτος και την εκτεταμένη καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος της χώρας, και στη συνέχεια να αποσύρει τις δυνάμεις του από τη σύγκρουση.
Παράλληλα, παραμένει ζωντανό και το σενάριο μιας διπλωματικής διεξόδου. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ ενδέχεται να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη, με στόχο μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και κυρίως μια νέα πυρηνική συμφωνία που θα περιορίζει ή θα τερματίζει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Σε μια τέτοια εξέλιξη, ο Τραμπ —γνωστός για την έμφαση που δίνει στην επικοινωνιακή διάσταση της πολιτικής— δεν θα δίσταζε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τον Αμερικανό πρόεδρο να σηκώνει το έγγραφο της συμφωνίας μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, διακηρύσσοντας ότι κατάφερε να σταματήσει ακόμη έναν πόλεμο.
Το ερώτημα που παραμένει ανοικτό είναι αν μια τέτοια «έξοδος» θα αποτελεί πραγματική στρατηγική επιτυχία ή απλώς έναν τρόπο να κλείσει ένα μέτωπο που αποδεικνύεται πιο περίπλοκο και ανθεκτικό από όσο αρχικά υπολογιζόταν.




















