Όλο και περισσότερα ερευνητικά ευρήματα δείχνουν ότι η είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στον χώρο εργασίας δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε πιο άνετες συνθήκες για τους εργαζομένους. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις φαίνεται να αυξάνει τον ρυθμό και την ένταση της δουλειάς, ενισχύοντας τις απαιτήσεις αντί να μειώνει τον φόρτο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πρόσφατη ανάλυση της ActivTrak, η οποία εξέτασε την ψηφιακή εργασιακή δραστηριότητα περισσότερων από 164.000 εργαζομένων. Η εταιρεία παρακολούθησε τη συμπεριφορά τους για διάστημα 180 ημερών πριν και μετά την ενσωμάτωση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινή τους εργασία και, σύμφωνα με όσα μετέδωσε η Wall Street Journal, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η AI «εντατικοποίησε» την εργασία σχεδόν σε κάθε τομέα.
Περισσότερα email, περισσότερα μηνύματα, λιγότερη συγκέντρωση
Σύμφωνα με τα ευρήματα, ο χρόνος που αφιερώνουν οι εργαζόμενοι σε email, εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων και chat υπερδιπλασιάστηκε, ενώ η χρήση εταιρικού λογισμικού αυξήθηκε κατά 94%. Την ίδια στιγμή, μειώθηκε ο χρόνος που αφιερώνεται σε συγκεντρωμένη, απερίσπαστη εργασία.
Για όσους χρησιμοποιούν εργαλεία AI, ο χρόνος βαθιάς συγκέντρωσης μειώθηκε κατά 9%, ενώ για τους εργαζομένους που δεν αξιοποιούν αντίστοιχα εργαλεία παρέμεινε σταθερός. Η εικόνα αυτή ενισχύει την εκτίμηση ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αφαιρεί απλώς δουλειά, αλλά συχνά γεμίζει αμέσως το κενό με νέες απαιτήσεις.
Υπάρχει «ιδανικό σημείο» χρήσης
Η ίδια μελέτη καταγράφει και μια ενδιαφέρουσα ισορροπία. Εργαζόμενοι που χρησιμοποιούσαν AI για το 7% έως 10% του συνολικού χρόνου εργασίας τους εμφάνισαν την υψηλότερη παραγωγικότητα. Ωστόσο, μόνο το 3% των χρηστών βρέθηκε μέσα σε αυτό το εύρος, γεγονός που υποδηλώνει ότι η αποτελεσματική χρήση της τεχνολογίας απαιτεί μέτρο και όχι αδιάκοπη εξάρτηση.
«Δεν είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη δεν αυξάνει την αποδοτικότητα», δήλωσε στη Wall Street Journal η Gabriela Mauch, επικεφαλής πελατών της ActivTrak και υπεύθυνη του εργαστηρίου παραγωγικότητας της εταιρείας. Όπως ανέφερε, το πρόβλημα είναι ότι ο χρόνος που εξοικονομείται μετατρέπεται σχεδόν αμέσως σε περισσότερο έργο, δημιουργώντας νέα πίεση αντί για ανακούφιση.
Το φαινόμενο του «workload creep»
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και μελέτη που παρουσιάστηκε από το Harvard Business Review, σύμφωνα με την οποία η τεχνητή νοημοσύνη συχνά αυξάνει σταδιακά τον φόρτο εργασίας αντί να τον περιορίζει. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τον όρο «workload creep» για να περιγράψουν το φαινόμενο κατά το οποίο οι εργαζόμενοι αρχίζουν να αναλαμβάνουν όλο και περισσότερες εργασίες, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι το σημείο που η καθημερινή πίεση ξεπερνά τα διαχειρίσιμα όρια.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η AI ανεβάζει τις προσδοκίες για ταχύτητα και αποτελεσματικότητα, οι εργαζόμενοι προσπαθούν να ανταποκριθούν με ακόμη μεγαλύτερη χρήση των σχετικών εργαλείων, και τελικά η τεχνολογία αντί να μειώνει το βάρος της δουλειάς γίνεται μηχανισμός περαιτέρω εντατικοποίησης.
Ο χρόνος που κερδίζεται δεν γίνεται ελεύθερος χρόνος
Το βασικό συμπέρασμα των ερευνών είναι ότι ο χρόνος που εξοικονομείται μέσω της τεχνητής νοημοσύνης σπάνια μεταφράζεται σε περισσότερο προσωπικό χρόνο ή σε χαμηλότερη πίεση. Αντίθετα, μετατρέπεται σε υψηλότερες προσδοκίες, είτε από τους ίδιους τους εργαζομένους είτε από τα διοικητικά στελέχη που θεωρούν πλέον εφικτή την ολοκλήρωση περισσότερων καθηκόντων στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Σύμφωνα με στοιχεία της ActivTrak που επικαλείται η Wall Street Journal, ο μέσος χρόνος χρήσης εργαλείων AI έχει αυξηθεί οκτώ φορές μέσα σε δύο χρόνια, ενώ η υιοθέτησή τους έχει φτάσει πλέον το 80%.
Η Aruna Ranganathan από τη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Haas του Πανεπιστημίου Berkeley δήλωσε ότι οι εργαζόμενοι συχνά χρησιμοποιούν τον χρόνο που κερδίζουν όχι για να μειώσουν τη δουλειά τους, αλλά για να αναλάβουν επιπλέον εργασίες, επειδή η AI κάνει τα νέα καθήκοντα να μοιάζουν πιο εύκολα και πιο άμεσα εκτελέσιμα.
Κίνδυνοι για burnout και πνευματική εξάντληση
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι, αν και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα μπορεί να οδηγήσει σε γνωστική υπερφόρτωση, επαγγελματική εξουθένωση, χειρότερη λήψη αποφάσεων και πτώση της ποιότητας της εργασίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, νέα μελέτη εισήγαγε και τον όρο «AI brain fry», περιγράφοντας την πνευματική κόπωση που μπορεί να προκαλέσει η συνεχής αλληλεπίδραση με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης. Οι ερευνητές αποδίδουν το φαινόμενο στην υπερβολική ροή πληροφοριών και στη συνεχή εναλλαγή ανάμεσα σε πολλαπλές εργασίες, που ενισχύεται από την ίδια τη φύση των AI εργαλείων.
Ιδιαίτερα επιβαρυντικό θεωρείται και το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι δεν χρησιμοποιούν απλώς τα εργαλεία αυτά, αλλά καλούνται να τα επιβλέπουν διαρκώς, παρακολουθώντας την ίδια στιγμή πολλούς διαφορετικούς «AI agents» που εκτελούν παράλληλες εργασίες.
Νέα παραγωγικότητα, παλιά πίεση
Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει τον τρόπο εργασίας, αλλά όχι πάντα προς όφελος της καθημερινότητας των εργαζομένων. Αντί να περιορίζει την πίεση, φαίνεται συχνά να ανεβάζει τον πήχη της απόδοσης, δημιουργώντας ένα νέο περιβάλλον όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται, αλλά μαζί της αυξάνεται και η εξάντληση.
Αν θέλεις, μπορώ να το κάνω και πιο σύντομο, πιο «site news» με τίτλο-υπότιτλο-lead, ή πιο δυναμικό/πιασάρικο σαν τεχνολογικό άρθρο.




















